Το κείμενο συντάχθηκε από το βιολόγο Γιάννη Μπαζό, υποψήφιο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αθηνών που από τα τέλη του 1991 εκπονεί τη διατριβή του με θέμα “Μελέτη της χλωρίδας και της βλάστησης της Λέσβου”.

Γιάννης Μπαζός, Πανεπιστήμιο Αθηνών,
Τμήμα Βιολογίας,
Τομέας Οικολογίας και Ταξινομικής, Πανεπιστημιούπολη 15784 Αθήνα,
Τηλ: 7284240, Fax: 7243325

Η ΧΛΩΡΙΔΑ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ

Η Λέσβος, το μεγαλύτερο νησί του Ανατολικού Αιγαίου και τρίτο σε έκταση Ελληνικό νησί αποτέλεσε από πολύ νωρίς πόλο έλξης για τους ασχολούμενους με τη βοτανική περιηγητές και επιστήμονες. Οι πρώτες πληροφορίες για τη χλωρίδα της δίνονται από τους Joseph Pitton de Tournefort (1703) και J. Dumont d’ Urville (1822). Κύριοι μελετητές της χλωρίδας του νησιού κατά τον περασμένο αιώνα υπήρξαν ο γιατρός Κωνσταντίνος Α. Κανταρτζής που παρουσίασε τα αποτελέσματά του στο έργο του Flore de l’ ile de Lesbos. Plantes sauvages et cultivees (1889) και ο γιος του Παλαιολόγος Κ. Κανταρτζής. Ο τελευταίος εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή με θέμα La vegetation de l’ ile de Lesbos στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (1899) ενώ συνέβαλε σημαντικά στη γνώση της χλωρίδας του νησιού δημοσιεύοντας νέα στοιχεία σε γαλλικό επιστημονικό περιοδικό (1897-1898). Αξίζει ακόμη να σημειωθεί πως περιέγραψε 60 περίπου νέα είδη για την επιστήμη, ελάχιστα από τα οποία γίνονται σήμερα αποδεκτά. Μικρή συμβολή κατά τον περασμένο αιώνα είχε και ο M. De Boissieu (1896). Πλήθος νέων πληροφοριών δίνονται από το μεγάλο αυστριακό βοτανικό Karl Heinz Rechinger στο έργο του, Flora Aegaea (1943). Τον Rechinger ακολούθησε ο Werner Rauh (1949) ο οποίος όμως ασχολήθηκε με τη βλάστηση του νησιού. Οι πιο πρόσφατες αναφορές προέρχονται από τους Peter H. Davis (Flora of Turkey and the East Aegean Islands, 1965-1985), K.A. Ζαχαριάδη (1977), John R. Edmondson (1982), Peter Golz και Hans Reinhard (1981, 1989), Alfred Hansen (1986), Alfred Hansen & Henry Nielsen (1993), Αρτέμη Γιαννίτσαρο και Εύα Οικονομίδου (1974, 1975), Αρτέμη Γιαννίτσαρο (1977, 1979, 1982, 1992) και Γιάννη Μπαζό και Αρτέμη Γιαννίτσαρο (1992, 1993, 1994).

Υπολογίζεται ότι η χλωρίδα της Λέσβου περιλαμβάνει 1400-1500 φυτικές ταξινομικές μονάδες (taxa). Ο πλούτος αυτός οφείλεται μεταξύ άλλων στην ποικιλία των βιοτόπων του νησιού, την ιδιαιτερότητα των πετρωμάτων του, τη μακροχρόνια επίδραση του ανθρώπου, την γειτνίασή του με τη Μικρά Ασία αλλά και τον από γεωλογική άποψη, πρόσφατο αποχωρισμό του Ανατολικού Αιγαίου από αυτή.

Μπορεί το Άλυσσο το λεσβιακό (Alyssum lesbiacum) να είναι, όπως φαίνεται, το μοναδικό ενδημικό είδος του νησιού, υπάρχουν όμως φυτά της Ανατολής όπως το Rhododendron luteum και το Haplophyllum megalanthum που έχουν ως μοναδικό σημείο εμφάνισής τους στον ελληνικό χώρο τη Λέσβο και άλλα με πολύ σπάνιες και διάσπαρτες εμφανίσεις στην Ελλάδα, π.χ. Osmunda regalis, Datisca cannabina, Comperia comperiana, Dianthus anatolicus, Elatine alsinastrum, Corydalis integra, Ranunculus isthmicus, Silene urvillei κ.ά.

Τα τελευταία χρόνια πλήθος κινδύνων απειλούν την πλούσια χλωρίδα της Λέσβου. Κυριότεροι είναι η διάνοιξη δρόμων, η δόμηση, η κακώς εννοούμενη τουριστική ανάπτυξη, η αποξήρανση και οικοπεδοποίηση υγροτόπων (κυρίως της Καλλονής και της Λάρσου - Ντιπίου), η μετατροπή των κορυφών σε “δάση” κεραιών κάθε είδους (παράδειγμα προς αποφυγή ο Προφήτης Ηλίας της Αγιάσου), οι πυρκαγιές και η υπερβολική βόσκηση ορισμένων περιοχών. Για τους λόγους αυτούς είναι επιτακτικότερη από κάθε άλλη φορά η προστασία της Λεσβιακής φύσης, η οποία δεν αποτελεί μόνο πηγή πλούτου για το νησί - πόσοι επισκέπτες άραγε δεν έρχονται κάθε χρόνο για να περπατήσουν τα μονοπάτια της και να δουν από κοντά τα σπάνια φυτά και ζώα της - αλλά και φυσική κληρονομιά και καμάρι όλης της Ελλάδας.

... μια γεύση από τα λουλούδια της Λέσβου